Η τενοντίτιδα του επιγονατιδικού συνδέσμου, αποτελεί έναν από τους συχνότερους τραυματισμούς των αθλητών, ιδιαίτερα σε άλτες του στίβου, μπασκετμπολίστες, βολλεϋμπολίστες και ποδοσφαιριστές.

Πρόκειται για έναν επαναλαμβανόμενο τραυματισμό του τένοντα σε αθλήματα όπου υπάρχει απότομη σύσπαση του τετρακεφάλου και έκταση του γόνατος, όπως συμβαίνει στο άλμα. Η καταπόνηση αυτή οδηγεί σε εκφυλιστική αλλοίωση του τένοντα και σε μικρορρήξεις  κατά μήκος των ινών του. Σε μικροκυτταρικό επίπεδο συμβαίνει μερική αποκόλληση ή ρήξη των κολλαγόνων ινών του τένοντα, συχνότερα στα σημεία πρόσφυσής του στην επιγονατίδα και στην κνήμη (κνημιαίο κύρτωμα).

Η πάθηση μπορεί να προσβάλλει και τα δύο γόνατα, ή μόνο το ένα εξίσου συχνά άνδρες και γυναίκες, ενώ στην περίπτωση προσβολής του ενός γόνατος, η συχνότητα είναι διπλάσια στους άνδρες.

Η τενοντοπάθεια του επιγονατιδικού ανήκει στα σύνδρομα υπέρχρησης αρά  η συνηθέστερη αιτία είναι η υπέρχρηση, αλλά μπορεί να είναι και η λανθασμένη τεχνική. Η πάθηση εκδηλώνεται με προοδευτικό πόνο και τοπική ευαισθησία του επιγονατιδικού τένοντα από την απλή βάδιση μέχρι την έντονη γυμναστική, μπορεί δε να καταλήξει σε λειτουργικό περιορισμό του ασθενούς-αθλητή ή σε σοβαρές περιπτώσεις, σε ρήξη του επιγονατιδικού τένοντα. προδιαθεσικοί παράγοντες είναι το αυξημένο βάρος, η άθληση σε σκληρές επιφάνειες, η κατακόρυφη εκτίναξη (άλμα) και οι ανελαστικοί μύες (οπίσθιοι μηριαίοι και τετρακέφαλος)

Ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων, διακρίνονται 4 στάδια της πάθησης:
-1ου βαθμού: άλγος μετά την άσκηση
-2ου βαθμού: άλγος κατά το τέλος της άσκησης
-3ου βαθμού: άλγος στην αρχή και στο τέλος της άσκησης
-4ου βαθμού: άλγος καθ’όλη τη διάρκεια της άσκησης Διάγνωση

Η διάγνωση τίθεται κυρίως με την κλινική εξέταση, κατά την οποία διαπιστώνεται ευαισθησία στην ψηλάφηση του τένοντα, ενώ μπορεί να παρατηρείται τοπικά διόγκωση. Απλές ακτινογραφίες δίνουν σημαντικές πληροφορίες, αλλά η επιβεβαίωση της πάθησης γίνεται με το υπερηχογράφημα ή τη μαγνητική τομογραφία, εξετάσεις οι οποίες δείχνουν τη διαταραχή των ινών του τένοντα.

Θεραπεία
Η συντηρητική θεραπεία αποτελεί το βασικό άξονα της αντιμετώπισης. Στα αρχικά στάδια συνιστάται περιορισμός των δραστηριοτήτων, παγοθεραπεία (20 λεπτά, 3-4 φορές ημερησίως) και λήψη ενός αντιφλεγμονώδους  για λίγες ημέρες. σε υποτροπή, ή επιμονής των συμπτωμάτων συνιστάται φυσικοθεραπεία με διατάσεις, Laser (high power) και κρουστικούς υπερήχους τελευταίας γενιάς (radial  η focus) διαμαγνητικη αντλία και θεραπεία ραδιοσυχνοτήτων tecar.

Τα τελευταία χρόνια έχει χρησιμοποιηθεί η έγχυση αυξητικών παραγόντων με τη μορφή τοπικής ένεσης PRP στον τένοντα. Είναι ιατρική πράξη που θέλει σωστή εφαρμογή και προσοχή από τον γιατρό. Είναι γενικά πρόβλημα που η σωστή ιατρική θεραπεία σε συνδυασμό με τη θεραπεία δίνει λύση στο πρόβλημα.

Θεοφάνης Μουντζούρης
Φυσικοθεραπευτής, Απόφοιτος του Α.Τ.Ε.Ι Αθηνών και Ενεργό Μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Φυσικοθεραπευτών.
www.physiof.gr